Γράφει η Λουκία Πική
Εκπαιδευτικός/Θεατρολόγος/Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού
Μέλος της Σοσιαλιστικής Γυναικείας Κίνησης
Η υπόθεση της 46χρονης γυναίκας που εξακολουθεί να δίνει μάχη για τη ζωή της μετά τους πυροβολισμούς που δέχθηκε από τον σύζυγό της στη Λεμεσό δεν αποτελεί ένα ακόμη μεμονωμένο περιστατικό. Είναι άλλη μία κραυγή αγωνίας που υπενθυμίζει ότι η έμφυλη βία στην Κύπρο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται συχνά μόνο όταν πλέον είναι αργά.
Για ακόμη μία φορά, οι έρευνες αποκαλύπτουν ότι υπήρχαν συνεχείς προστριβές, εντάσεις και προβλήματα στη σχέση του ζευγαριού. Για ακόμη μία φορά, οι Αρχές επιχειρούν να ανασυνθέσουν το παζλ μετά την τραγωδία. Και για ακόμη μία φορά, η κοινωνία αναρωτιέται αν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να είχε αποτρέψει το μοιραίο.
Οι γυναικείες οργανώσεις προειδοποιούν εδώ και χρόνια
Γυναικεία κινήματα και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας επισημαίνουν διαρκώς ότι οι γυναικοκτονίες και οι απόπειρες γυναικοκτονίας δεν αποτελούν «εγκλήματα πάθους», ούτε στιγμιαίες εκρήξεις θυμού.
Αποτελούν, όπως υπογραμμίζουν, την ακραία κατάληξη ενός κύκλου ελέγχου, ψυχολογικής πίεσης, εκφοβισμού και βίας, ο οποίος πολλές φορές εξελίσσεται μακριά από τα βλέμματα της κοινωνίας.
Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι πριν από κάθε γυναικοκτονία υπάρχουν συνήθως προειδοποιητικά σημάδια. Το ζητούμενο είναι αν αυτά αναγνωρίζονται εγκαίρως και αν ενεργοποιούνται οι μηχανισμοί προστασίας.
Οι γυναίκες εξακολουθούν να φοβούνται να μιλήσουν
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που καταγράφουν οι οργανώσεις είναι ο φόβος των ίδιων των θυμάτων.
Πολλές γυναίκες δεν προχωρούν σε καταγγελία επειδή φοβούνται αντίποινα, οικονομική εξάρτηση, κοινωνικό στιγματισμό ή ακόμη και ότι δεν θα γίνουν πιστευτές.
Άλλες αποσύρουν τις καταγγελίες τους υπό πίεση ή επιστρέφουν σε κακοποιητικές σχέσεις, ελπίζοντας ότι ο σύντροφός τους θα αλλάξει.
Η σιωπή, όμως, όπως τονίζουν οι ειδικοί, αποτελεί συχνά το πιο επικίνδυνο στάδιο πριν από μια τραγωδία.
Η κουλτούρα που εξακολουθεί να δικαιολογεί τους δράστες
Παρά τις σημαντικές αλλαγές των τελευταίων ετών, ένα μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αναζητεί ελαφρυντικά για τους δράστες.
«Περνούσε δύσκολα», «είχε ψυχολογικά προβλήματα», «ήταν σε διάσταση», «ζήλευε», «θόλωσε».
Εκφράσεις που επαναλαμβάνονται σχεδόν μετά από κάθε υπόθεση έμφυλης βίας και οι οποίες, σύμφωνα με οργανώσεις προστασίας των γυναικών, μετατοπίζουν τη συζήτηση από την ευθύνη του δράστη στις συνθήκες που οδήγησαν στην πράξη.
Το αποτέλεσμα είναι να καλλιεργείται μια επικίνδυνη ανοχή απέναντι στη βία.
Η εύκολη πρόσβαση στα όπλα
Η υπόθεση της Λεμεσού επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση και το ζήτημα της χρήσης πυροβόλων όπλων.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε υπηρεσιακό όπλο, γεγονός που ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για το κατά πόσο υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί αξιολόγησης της ψυχολογικής κατάστασης όσων φέρουν οπλισμό, αλλά και για το πώς γίνεται η διαχείριση των υπηρεσιακών όπλων εκτός υπηρεσίας.
Το ερώτημα δεν αφορά μόνο την Αστυνομία. Αφορά συνολικά τις διαδικασίες ελέγχου όσων κατέχουν νόμιμα όπλα και τη συνεχή αξιολόγηση της καταλληλότητάς τους.
Ανάγκη για πραγματικό συντονισμό
Κάθε φορά που σημειώνεται μία γυναικοκτονία ή μία απόπειρα, διαπιστώνεται ότι διάφορες υπηρεσίες γνώριζαν αποσπασματικά στοιχεία, χωρίς όμως να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του κινδύνου.
Αστυνομία, Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, δικαστικές αρχές και δομές στήριξης οφείλουν να λειτουργούν με κοινά πρωτόκολλα, ανταλλαγή πληροφοριών και άμεση αξιολόγηση κάθε περιστατικού υψηλού κινδύνου.
Η πρόληψη δεν μπορεί να βασίζεται στην καλή θέληση μεμονωμένων λειτουργών. Χρειάζεται θεσμικός συντονισμός, συνεχής εκπαίδευση και ταχεία παρέμβαση.
Η κοινωνία δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη τραγωδία
Η υπόθεση της Λεμεσού δεν πρέπει να κλείσει όταν ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα.
Πρέπει να αποτελέσει αφορμή για έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο γύρω από την πρόληψη της έμφυλης βίας, την προστασία των θυμάτων και την ανάληψη πολιτικών ευθυνών.
Η Κύπρος έχει κάνει σημαντικά βήματα τα τελευταία χρόνια στη νομοθεσία και στην αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως κοινωνικού φαινομένου. Ωστόσο, οι νόμοι από μόνοι τους δεν αρκούν όταν γυναίκες εξακολουθούν να ζουν με τον φόβο, όταν η καταγγελία παραμένει δύσκολη και όταν οι μηχανισμοί προστασίας δεν προλαβαίνουν να λειτουργήσουν.
Η προστασία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να ενεργοποιείται μετά τους πυροβολισμούς. Η πραγματική ευθύνη της Πολιτείας αρχίζει πολύ νωρίτερα. Και αυτή η ευθύνη ανήκει σε όλους: στην Πολιτεία, στους θεσμούς, στις υπηρεσίες, αλλά και στην κοινωνία που δεν πρέπει ποτέ να θεωρεί τη βία μέσα στο σπίτι «οικογενειακή υπόθεση». Μόνο όταν υπάρξει συλλογική ανάληψη ευθύνης, ουσιαστική πρόληψη και μηδενική ανοχή απέναντι στην έμφυλη βία, θα μπορέσουμε να πούμε ότι κάναμε ό,τι ήταν δυνατό για να μη θρηνήσουμε την επόμενη γυναίκα.